Ιστορίες Ποντίων: Μαρία Καραλαζαρίδου

Γεννήθηκα στη Ρωσία, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1922, στο χωριό Ιβάνοφκα, της πόλης Μπελαρέτισκι, όπου έμεινα μέχρι 10 χρονών. Οι γονείς μου ήταν από την Τραπεζούντα. Φύγαμε από το χωριό μας γιατί δεν ήμασταν κομμουνισταί (sic). Έβαλαν τον πατέρα μου στη φυλακή για 1 χρόνο κι η μάνα μου έγραψε στην πρεσβεία ότι είμαστε Έλληνες, να μας πάρουν στην Ελλάδα. Κι ο Έλληνας πρέσβης έστειλε στον τοπικό άρχοντα γράμμα και είπε να μην τους σκοτώσετε, θα τους πάρω στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου όταν βγήκε από τη φυλακή ήταν πρησμένος από τις κακουχίες. Ήρθαμε στην Ελλάδα το 1932, μείναμε αρχικά στην Καλαμαριά και από εκεί πήγαμε στην Αργυρούπολη, Κιλκίς. Η υγεία του πατέρα μου δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει και μετά από 2 χρόνια πέθανε. Τότε ήμουν μόλις 12 χρονών. Τί τράβηξε εκείνη η μάνα μου να μας μεγαλώσει, οκτώ παιδιά. Η Σοφί, ο Χαράλαμπος, ο Φίλιας, εγώ, ο Παυλάκης, ο Βλαδίμηρος, η Ανθούλα και η Τασούλα. Η Ανθούλα πέθανε 16 χρονών από σκωλικοειδήτιδα. Πονούσε η κοιλιά της και ο γιατρός της είπε να βάλει ζεστό για να περάσει και έκανε περιτονίτιδα.

Τον άντρα μου, τον Ιορδάνη Καραλαζαρίδη, τον γνώρισα στο διπλανό χωριό, το Αναβρυτό. Εκεί ήταν παντρεμένη η φιλινάδα μου (sic) η Ροζίλη και πήγα στο σπίτι τους να κάνουμε καπνά. Κι ήταν αυτός αγροφύλακας τότε εκεί και με είδε. Κι άλλο δεν μ’ άφησε. Πήγαινε, ερχότανε, έβαλε όλο το χωριό, πήρε τον πρόεδρο, πήρε τον αρχιαγροφύλακα κι ήρθε να με ζητήσει από τη μητέρα μου. Έδωσε λόγο στη μητέρα μου και αυτή δέχτηκε. Ποια ήμουν εγώ που θα έβγαινα από το λόγο της μητέρας μου; Ό,τι λέει η μητέρα.

Παντρεύτηκα το 1940, στις 21 Ιανουαρίου, ήμουν 18 χρονών. Έκανα τρία παιδιά με μεγάλη διαφορά το καθένα: τον Λάζαρο, τον Θανάση και την Ανθούλα στο Αναβρυτό, Κιλκίς. Η Ανθούλα γεννήθηκε 26 Μαΐου αλλά επειδή ήταν μακριά το ληξιαρχείο, καταφέραμε και πήγαμε 1 Ιουνίου και έπρεπε να γράψουμε εκείνη τη μέρα, τότε δεν μπορούσαμε να δηλώσουμε προηγούμενη μέρα.

Το 1943, τότε με τα ανταρτικά, είχα μόλις γεννήσει τον πρώτο μου γιο, τον Λάζαρο. Μια βραδιά, είχαν έρθει να με βοηθήσουν στα καπνά δυο από τα αδέρφια μου, ο Παυλάκης και η Τασούλα, όταν χτύπησαν οι κομμουνισταί το χωριό. Άρπαξα το μωρό στην αγκαλιά το τύλιξα με δυο κουβέρτες και πήραμε το γαϊδουράκι μας και κρυφτήκαμε μέσα σ’ ένα λάκκωμα όλο το βράδυ. ‘Οταν περνούσαν από το δρόμο οι κομμουνισταί άρχισε να γκαρίζει το γαιδούρι κι έβγαλα τη μια κουβέρτα από το μωρό και του τύλιξα τη μουσούδα, να σταματήσει, μην τυχόν και μας ακούσουν και μας πιάσουν. Θα μας σκότωναν. Πριν φύγουμε άρον άρον από το σπίτι, πρόλαβα να κρύψω κάτω από την κούνια του μωρού το κοστούμι του Παυλάκη. Σήκωσαν την κούνια, το βρήκανε και το κλέψανε. Καινούριο κοστούμι που είχε πάρει με τα πρώτα του λεφτά, όταν δούλευε στο Κιλκίς. Κι ύστερα όταν έδιναν από την ΟΥΝΡΑ ρούχα που έστελναν οι Αμερικάνοι, ζήτησε από τον πρόεδρο του χωριού να του δώσει ένα κοστούμι.

Λίγο αργότερα, με έξι μηνών μωρό έμεινα στους δρόμους. Ούτε ρούχα, ούτε τρόφιμα ούτε τίποτα. Τί δεν τραβήξαμε τότε! Οι κομμουνισταί έκαψαν το σπίτι και τα ζώα μας στο Αναβρυτό, φυλάκισαν τον παππού σου και σκότωσαν τον αδερφό του, τον Αθανάσιο Καραλαζαρίδη επειδή ήταν εθνικιστής. Τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο με αγκαθερά σύρματα στο λαιμό και τον τραβούσαν στ’ αλώνια μέχρι που ξεψύχησε. Δεν φταιν όμως μόνο οι κομμουνισταί. Όταν ήρθαν δυο δικοί τους στο χωριό, κάποιοι εθνικιστές τους έσφαξαν και θέλανε αντίποινα. Αν δεν τους σκότωναν και έκαναν ανταλλαγή, μπορεί να μην σκοτώναν τον αδερφό του παππού σου. Ο καημένος ο Θανάσης, ήθελε να πάει στα Γιανιτσά να γίνει πεταλωτής. Ήμουν η τελευταία που τον είδε πριν τον πιάσουν. Νομίζεις και τον βλέπω: πήρε λίγο τυρί και λίγο ψωμί σε μια πετσέτα μέσα και έφευγε (sic). Ήταν ένα παλικάρι δυο μέτρα, μόλις 25 χρονών. Το όνομά του είναι γραμμένο στο ηρώο του χωριού.

Με τον άντρα μου στη φυλακή κι ολομόναχη πια, κατέβηκα στη μάνα μου, αλλά τί να έκανε και εκείνη; Μας έδωσε ο Ισαάκ, ένας γείτονάς της ένα άδειο δωμάτιο που είχε μέσα τον φούρνο του και πήρα μια σκούπα και το σοβάτισα με κίτρινο χώμα που βρήκα στην αυλή, δεν είχαμε ασβέστη. Μαζί μου ήταν η μικρή αδερφούλα μου η Ανθούλα. Αγοράσαμε μια γέρικη αγελάδα για να πίνει γάλα το μωρό μου γιατί μέχρι τότε μας έδινε ένα ποτήρι κάθε μέρα ο Ισαάκ. Ένα βράδυ ήρθαν οι κομμουνισταί μέχρι έξω από την πόρτα μας. Τώρα την αγελάδα θέλανε να πάρουν, εμένα ή την δεκαπεντάχρονη Ανθούλα; Δεν ξέρω. Είχαμε κρυφτεί και φοβόμασταν πολύ. Έκλαιγε η Ανθούλα, τί θα κάνουμε Μαρίκα, θα μας σκοτώσουν, μου έλεγε με λυγμούς. Άρχισαν να χτυπούν δυνατά την πόρτα για να τη σπάσουν, όταν άκουσα μια δυνατή φωνή από έξω: “Δε σας είπα ότι δεν θα πάτε σε αυτή την πόρτα;”. Δεν ξέρω ποιος ήταν, αλλά μας έσωσε, γιατί φύγανε αμέσως. Αφού φύγανε, δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε, περιμέναμε να ξημερώσει και πήγα στη μάνα μου και της είπα εγώ δεν ξανακοιμάμαι εκεί μέσα. Ας είναι καλά ο Ισαάκ, μου λέει, μη φοβάσαι όσο είμαι εγώ εδώ. Σίγουρα αυτός θα ήταν που τους φώναξε. Κουβαλούσα από το Βουρλάν (Αναβρυτό) πατάτες και του έδινα τις πιο μεγάλες για να τον ευχαριστήσω. Δεν είχα κάτι άλλο να του δώσω για την φιλοξενία.

Όταν αποφυλακίστηκε ο άντρας μου, νοικιάσαμε ένα σπίτι στο Κιλκίς και για ενοίκιο ήθελαν ένα κάρο ξύλα κάθε μήνα. Πού θα έβρισκε ο καημένος ο Γιορδάνης ένα κάρο ξύλα; Πήγαινε κρυφά τη νύχτα και έκοβε από το δάσος. Εφτά φορές ντύθηκε στο χακί για την πατρίδα του ο Ιορδάνης Καραλαζαρίδης. Και κανένας δεν του έδωσε τίποτα. Ένα παράσημο ανδρείας μόνο κι ένα όνομα του αδερφού του σε ένα ηρώο.

Αργότερα μας φιλοξένησε η Χατζημάνα στο σπίτι της στην Αργυρούπολη (σ.σ. η πεθερά της που λεγόταν έτσι γιατί είχε πάει στα Ιεροσόλυμα). Μέναμε εκεί μέχρι όταν γεννήθηκε ο Θανάσης, το δεύτερο παιδί μου και η Ανθούλα, το τρίτο. Μόλις σαράντισα με την Ανθούλα, ο εμφύλιος είχε κοπάσει κι έτσι επιστρέψαμε στο Αναβρυτό για να χτίσουμε πάλι το σπίτι μας. Ήμουνα λεχώνα και κουβαλούσα τη λάσπη να χτίσουμε το σπίτι.

Όταν έγινε 12 χρονών η Ανθούλα μου φύγαμε όλοι για τη Νέα Υόρκη. Ξεριζώθηκα για άλλη μια φορά, όμως αυτή τη φορά ήταν σα να μεταναστεύαμε σε άλλο πλανήτη. Δεκαπέντε μέρες στο καράβι και ξαφνικά ένας παράδεισος. Δουλέψαμε σκληρά στο Μανχάταν, όμως οι κόποι μας έπιασαν τόπο, καθώς πολύ σύντομα καταφέραμε να αγοράσουμε τριώροφο σπίτι στο Long Island, σε μια πολύ καλή περιοχή. Είχαμε αυτοκίνητα, παρέες με πολλούς Έλληνες και συγγενείς, μια όμορφη ζωή.

Δέκα χρόνια αργότερα επιστρέψαμε στην πατρίδα και μείναμε στη Θεσσαλονίκη. Πριν μερικά χρόνια, με τη βοήθεια του γαμπρού μου, Νίκου Μπεναβέλλη και της κόρης μου Ανθούλας, κατάφερα να ξαναχτίσω το σπίτι στο Αναβρυτό – το παλιό πετρόκτιστο δεν ήταν πια κατοικίσιμο – και να το κάνω όπως το ονειρευόμουν πάντα: ένα παλατάκι με μαρμάρινη αυλή, τεράστιο μπαχτσέ, ανθισμένες πασχαλιές κι αμυγδαλιές, κολωνάκια στα μπαλκόνια και αγαλματένια λιοντάρια στην είσοδο.

Απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη της Μαρίας Καραλαζαρίδου που ηχογραφήθηκε το 1993 από την εγγονή της Μαρία Μπεναβέλλη

giagia marika

 

Advertisements

About asimantiellada

Ιστορίες & αφηγήσεις από το παρελθόν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: