Από την Ορντού στο Μαυροδέντρι

Ο παππούς μου ο Στυλιανός Καραγκιόζογλου (Μαυροματίδης στην Ελλάδα) γεννήθηκε το 1896 και ζούσε στην περιοχή Φαλτάτσα της Ορντού (ορεινή Τουρκία) με τη γιαγιά μου Ευγενία (γεν. το 1899) . Όσους ήρθαν από εκεί τους φώναζαν ΄΄Φάλτατσαλήδες΄΄. Θυμάμαι με πολλή αγάπη και νοσταλγία τις ιστορίες που μου έλεγε…

Μια μέρα πήγε ο παππούς μου στο χωράφι για να μαζέψει το καλαμπόκι. Ήρθανε -έλεγε- με τα άλογα δυο-τρεις στρατιωτικοί και φόρτωσαν όλο το καλαμπόκι… «Κι εγώ,» έλεγε ο παππούς «πήρα το σαμάρι του γαϊδάρου που είχα, το φορτώθηκα και πήγα στο σπίτι χωρίς τίποτα.» Του τα πήραν όλα… Τον έβαλαν, το μάζεψε και το πήραν έτοιμο… » Αυτά είναι δικά μας! Είσαι σε δική μας γη τώρα… » Και αν δεν τους τα έδινες, σε σκότωναν στο ξύλο μέσα στα χωράφια… Ένα φίλο του, έτσι τον σκότωσαν… Συνήθως έτσι πήγαιναν οι στρατιωτικοί – δύο ή τρεις μαζί. Κατέβαινε ένας, ο αρχηγός, ξεκινούσε το ξύλο και τις κλωτσιές και μετά κατέβαιναν και οι άλλοι δύο και τον αποτελείωναν… Πάρα πολύ άσχημα πράγματα μου έλεγε ο παππούς. Όπως ακριβώς τα έδειχνε το «Κόκκινο ποτάμι». Ο παππούς μου φοβόταν πολύ γιατί είχε κορίτσια. Άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί τα παιδιά μας -Τούρκοι- φοβόμασταν μη μας προδώσουνε.

Η γιαγιά μου έλεγε πολλές φορές: «Ας μάθουν τουρκικά τα παιδιά… Με τον Τούρκο εύκολα δεν ξεμπερδεύει ο Έλληνας. Άμα μιλάς τουρκικά, ο Τούρκος δε σε πειράζει… Αν τους λες ότι οι Τούρκοι είναι ευεργέτες σου και ότι σ’ αφήνουν να ζεις στη γη τους δε σε πειράζουν. Ιδίως αν απαρνηθείς τη θρησκεία σου, τότε δε σε πειράζει κανείς…»

Ο παππούς μου δεν ήθελε να μιλούμε τουρκικά στο σπίτι κι έλεγε στη γιαγιά μου: «Τώρα μπορούμε να μιλούμε ελληνικά. Είμαστε Έλληνες! Δεν πρέπει να μάθουνε τουρκικά τα παιδιά! Μπορώ να κάνω ελεύθερος το σταυρό μου…» Στο σπίτι μας στο Μαυροδέντρι Κοζάνης είχαμε ένα παραθυράκι στην κουζίνα και απέναντι είχε ένα βουνό. Σ’ αυτό το βουνό υπάρχει ένα εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Δε φαινότανε, αλλά ο παππούς ήξερε σε ποιο σημείο ήτανε, σε ποια κατεύθυνση. Μόλις λίγο σκοτείνιαζε, καθόταν στη γωνιά, όχι «φάτσα κάρτα» στο παράθυρο μήπως και τον δει κανένας – φαντάσου από τότε που ήταν στην Τουρκία τι φόβο είχε- και έκανε το σταυρό του κρυφά. Στην πατρίδα του δεν είχαν εκκλησίες. Στα σπίτια κάναν λειτουργίες και μυστήρια…

Ο παππούς μου επίσης έκρυβε στις τσέπες του φαγητό: αυγά, μήλα, καρύδια… Πάντα είχε καρύδια στις τσέπες του… Του άρεσαν οι ξηροί καρποί… Και μετά θύμωνε με τον εαυτό του και έλεγε: «‘Ωχου μωρέ… εδώ Τούρκοι δεν υπάρχουνε! Τι τα κουβαλάω αυτά… Πάρτα! Και μου τα έδινε… Στην Τουρκία, πολλές φορές κρύβονταν και μπορεί να περνούσαν ώρες μέχρι να φύγουν. Μπορεί να κρυβόταν στο χωράφι, πίσω από κανένα σπίτι, οπουδήποτε… Οπότε έλεγε: «Να έχω κάτι να φάω…» Ψωμί… ολόκληρο ψωμί έπαιρνε καμιά φορά στην τσέπη του! Και να φανταστείς ότι ήρθε εδώ εικοσιδύο ετών και είχε φτάσει 90. Ο φόβος όμως δεν τον άφηνε.

Στο καράβι που ερχόταν, γνώρισε τη γιαγιά. Όταν ήρθαν εδώ, όσοι ζούσαν σε ορεινά χωριά, ψάxναν το ίδιο κι εδώ. Όσοι ζούσαν σε παραθαλάσσια μέρη, πήγαν σε μέρη όπως η Κρήνη, η Κατερίνη… Ψάχναν κάτι να τους θυμίζει το μέρος τους και να μπορούν να κάνουν κάτι ως επάγγελμα.

Κάτι άλλο που θυμάμαι είναι ότι ο παππούς μου είχε κρύψει έναν Άγγλο στο αμπάρι του. Είχαν κάτι μεγάλα με καπάκια. Μέσα στα στάρια τον είχανε. Όλη την ημέρα ήταν κρυμμένος και τη νύχτα έβγαινε. Ο Άγγλος όταν κατάφερε κι έφυγε, του έστελνε κάρτες για ευχαριστώ, βιβλία ελληνικά και εφημερίδες από την Αγγλία. Κι έτσι ο παππούς έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Ως τότε δεν ήξερε… Του έστειλε μέχρι και λίρες. Είχε μάθει και μια κουβέντα: «How do you do, mister?» «Ξέρω κι εγώ να μιλάω αγγλικά» μας έλεγε… Βοηθούσε πάρα πολύ ο παππούς μου…

Μου έλεγε πάντα: «Να φοβάσαι τους Τούρκους κορίτσι μου… Οι Τούρκοι δεν είναι καλοί άνθρωποι… Άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί, που από το ίδιο πιάτο τρώγαμε, γιατί τότε τρώγανε όλα τα παιδιά της γειτονιάς μαζί: Πιάτο στο τραπέζι, κουτάλια, και γύρω γύρω όλα τα παιδιά. Ξέρεις πόσους Τούρκους  ταΐσαμε; Οι Τούρκοι ήταν πάντα νηστικοί. Όσα και να είχανε δεν μαγείρευαν… Μαγείρευαν οι Έλληνες και πήγαιναν και αυτοί από δίπλα – στέλναν τα παιδιά τους οι Τουρκάλες – και τρώγαν μαζί μας. Αυτοί οι ίδιοι μας πρόδιναν… Και έτσι μεγάλωναν και τα παιδιά τους. Πίστευαν ότι οι άπιστοι πρέπει να υποφέρουνε, να πεθάνουνε… Χαίρονταν όταν δεν ήμασταν καλά… Από πάνω πάνω φαίνονταν ότι ήταν καλοί μαζί μας, ότι μας πρόσεχαν… Να προσέχεις!! ο Τούρκος φίλος δε γίνεται!

Πηγαίναμε στα χωράφια και όσο λείπαμε μπαίναν στα σπίτια μας και κλέβαν τα μικρά παιδιά που ήταν τριών, τεσσάρων, πέντε χρονών! (Στις αρχές του 1900!!) Γυρνούσαμε αργά το βράδυ και δε βρίσκαμε τα παιδιά μας… Μικρά ήταν, σιγά σιγά ξεχνούσαν και τα κάνανε Τουρκάκια… Τα μάθαιναν να μισούν και να πολεμούν τους Έλληνες ώστε σιγά σιγά να λιγοστέψουν και να χαθούν. Μετά, όταν άρχισαν οι μάχες τα πράγματα γίναν πιο άγρια… Κάποιες φορές που τρέχαμε να σωθούμε πατούσαμε πάνω στα πτώματα φίλων μας και ανθρώπων που ξέραμε, που ζήσαμε μαζί! Και αίμα… αίμα… λίμνη!!

Αυτά μας τα έλεγε σαν στιγμιότυπα, ποτέ με λεπτομέρειες, και γρήγορα άλλαζε την κουβέντα και μας έλεγε για το πώς γνώρισε τη γιαγιά μου, πόσο όμορφη ήταν, πώς έκαναν την οικογένειά τους.

Ο παππούς μου δούλευε πολύ. Είχε μάθει στη δουλειά γιατί στην πατρίδα του, τους έδιναν τα πιο άγονα χωράφια. Οι Έλληνες βοηθούσαν ο ένας τον άλλο πολύ. Σιγά σιγά βελτιώναν τα χωράφια, άρχιζαν να παράγουν, και τότε ερχόταν οι Τούρκοι κα τους τα έπαιρναν. Ή, τους άφηναν να τα καλλιεργούν και τους παίρναν τη σοδειά έτοιμη. Ποιος ξέρει πώς βγάζαν το χειμώνα…

Στην Κοζάνη που ήρθαν συνέχισε να δουλεύει σκληρά. Τον θυμάμαι τον παππού χειμώνα – καλοκαίρι στα χωράφια έσκυβε το κεφάλι και δούλευε… Αν δε του έλεγες «Σταμάτα, έλα να φας» δε σταματούσε να δουλεύει. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι » Όποιος δεν ξέρει να δουλεύει, πεθαίνει.»

Χειροποίητο αδράχτι από τον παππού Στυλιανό

Οι λίγες ιστορίες που μας έλεγε είχαν πολλή πίκρα. Για τους Τούρκους έλεγε: «Ο Θεός θα τους κρίνει -εγώ δεν μπορώ να πω- αλλά δεν είναι καλοί άνθρωποι.» Κάνανε τον φίλο σε αυτόν που είχε πολλά λεφτά – αν ήταν κανένας Έλληνας γιατρός ή δικηγόρος – και σιγά σιγά του παίρναν την περιουσία. Ή, άλλες φορές εκμεταλλευόταν την ιδιότητά του και κοιτούσαν να τον έχουν του χεριού τους. Ήταν πολύ καχύποπτος ο παππούς μου… Εδώ που ήρθαν, δεν τους θέλαν, τους θεωρούσαν Τούρκους. Πολύ τον στενοχωρούσε αυτό… » Εγώ είμαι Έλληνας» έλεγε. «Γιατί δε μου φέρονται σαν Έλληνα;» Όταν φτάναν στην Ελλάδα, λίγοι μαζί ξεκινούσαν, χτίζαν λίγα σπίτια, ακολουθούσαν κι άλλοι και σιγά σιγά γινόταν το χωριό. Αγώνας μεγάλος…

Η γιαγιά η Ευγενία είχε πολλές φιλενάδες Τουρκάλες. Έλεγε: «Τι καλά ήμασταν με τις φιλενάδες μου… και μετά… μας λαλούσανε! (Όταν ερχόταν ο στρατός έξω από την πόρτα μας κατέδιναν). Κι έλεγες: Μ’ αυτήνα τρώγαμε μαζί…!» Η γιαγιά μου ήξερε και ραπτική. Ερχόταν οι Τουρκάλες και τις μάθαινε την τέχνη της και αυτό ήταν το ευχαριστώ τους… «Ερχόταν και μ’ έβλεπαν που δούλευα κι έκοβα με το ψαλίδι, και μια φορά έσπασε το ψαλίδι στη μέση εκεί που δούλευα!» (Πολύ φοβόταν το κακό το μάτι…) «Και τα πιατικά μου τα θαύμαζαν που ήταν καθαρά και τακτικά. Εκείνοι οι Τούρκοι μας πήραν τα σπίτια γεμάτα: με βιός, προικιά, φαγητά, λεφτά… Τι να πρωτομαζέψω, τι να πρωτοπάρω… και μετά άρχισε το ταξίδι… Μέρες ταξιδεύαμε… Μέρες! Πού να τελειώσει ο δρόμος…!» Είχαν χάσει τη χαρά και το γέλιο τους…

Οι Πόντιοι που ήρθαν πρόσφυγες δε μιλούσαν ελληνικά. Μόνο λίγα κρυφά μιλούσαν γιατί οι Τούρκοι τους επέτρεπαν να κρατήσουν ή τη γλώσσα ή τη θρησκεία τους. Γι’ αυτό και έχουμε τόσες τουρκικές λέξεις στη γλώσσα μας. Οι μεγάλοι που ήρθαν εδώ (οι παππούδες και οι γιαγιάδες) δεν ήξεραν ελληνικά – και πού να τα μάθουν; Σχολείο δεν μπόρεσαν να πάνε γιατί ήρθε ο πόλεμος. Μόνο ό,τι μάθαν μέσα στο σπίτι. Γραφή και ανάγνωση δε γνώριζε κανείς – μόνο όσοι προσπάθησαν και μάθαν μόνοι τους. Ο παππούς μου φαντάσου ότι έγραφε καλλιγραφικά γιατί έτσι έμαθε από τις εφημερίδες και τα βιβλία που του έστελναν. Καθόταν στο σκοτάδι κρυφά γιατί αν έμπαινε μέσα ο Τούρκος και τον έβλεπε με ελληνικά βιβλία… σφάξιμο κατευθείαν κι επιτόπου!

Άσε που τότε πολλές Ελληνίδες παντρεύτηκαν Τούρκους με το ζόρι. Τις Ελληνίδες τις θεωρούσαν άξιες, καρπερές, δουλευταρούδες, καλές νοικοκυρές και μαγείρισσες. Αν σε κάποιον Τούρκο άρεσε μια Ελληνίδα ή έπρεπε να την πάρει (για δούλα ή για γυναίκα) ή έπρεπε να την εξαφανίσουν οι δικοί της και να πουν ότι πέθανε…

Από τα μέρη τους, τους έλειπε το σπίτι τους πιο πολύ. Δε γύρισαν ποτέ να το ξαναδούν. Το ξέγραψαν και κοίταξαν μπροστά για να μπορέσουν να συνεχίσουν. Άφησαν πίσω τους το βιός τους, τα σπίτια τους και ήρθαν εδώ με τα ρούχα που φορούσαν και άρχισαν από το μηδέν. Μου έλεγε η γιαγιά ότι στο καράβι οι γυναίκες κλείναν το στόμα των παιδιών ή τα βάζανε στο στήθος για να μη φωνάζουνε γιατί όποιον τον ακούγανε να φωνάζει ή να κλαίει, οι Τούρκοι αξιωματικοί τον πετούσαν στη θάλασσα ή τον σκότωναν επιτόπου.

Εδώ, αυτό που χαιρόταν πολύ ήταν όταν μαζεύονταν όλοι μαζί και κάναν πανηγύρια. Μαζευόταν στην πλατεία του χωριού και κάναν κάτι γλέντια… Χορεύανε και τραγουδούσαν ελεύθεροι – χωρίς φόβο μην έρθει ο Τούρκος. Καθόταν και μιλούσαν ελληνικά χωρίς φόβο (και όταν δε θέλανε να τους καταλάβει κάποιος, μιλούσανε τουρκικά).

Η γιαγιά μου είχε φέρει μια εικόνα της Παναγίας που ήτανε της γιαγιάς της, από τις αρχές του 1800. Ήταν τρίπτυχο με μεντεσέδες μικρούς που είχαν χαλάσει και η γιαγιά μου τη στερέωσε με σύρμα. Νωρίτερα είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων και η μισή ήτανε καμένη και λείπαν τα μάτια της Παναγίας. Αυτή η εικόνα «είδε» αρραβώνες, γάμους, κηδείες… Την έχουμε πάντα εκεί. Αν στον αρραβώνα δεν ήταν εκεί παπάς, ο μεγαλύτερος της οικογένειας σταύρωνε τις βέρες πάνω στην εικόνα και μόνο έτσι ήταν όλα εντάξει.

Στη διατροφή τους δεν είχαν πολύ κρέας. Πίτες και τροφές με αλεύρι ήταν το φαγητό τους. Ο παππούς δεν έφαγε χοιρινό ποτέ. Έφτασε 94 ετών και είχε μόνο ίλιγγο. Έβλεπε χωρίς γυαλιά και τα χέρια του δεν έτρεμαν – έκανε όμορφα καλλιγραφικά γράμματα… Προς το τέλος του έμεινε στο κρεββάτι του δύο ημέρες. Τρεφόταν όμως όπως οι παλιοί: Ό,τι έβγαζε ο κήπος και ό,τι μαγείρευε η γιαγιά. Και δούλευε… πολύ! Για τα προβλήματα υγείας είχαν βότανα και προσευχές. Είχαν δυνατή πίστη στο Θεό. » Ο Θεός μόνο ξέρει… Άμα ο Θεός δεν ήθελε, κανείς δε θα έφευγε από την Τουρκία… Ήθελε ο Θεός να έρθουμε και γι’ αυτό ήρθαμε» έλεγε συχνά. Είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Βενιζέλο. «Ο Βενιζέλος μας έσωσε… Άμα δεν ήταν ο Βενιζέλος εμείς ακόμη εκεί θα ήμασταν και τα παιδιά μας θα ήταν Τούρκοι» έλεγε.

Στα τελευταία του ο παππούς μας έλεγε για ένα σημείο που είχαν κρυμμένες λίρες. » Να πάτε να ψάξετε» μας έλεγε. Και ενώ δεν του δώσαμε σημασία, μετά από χρόνια η γιαγιά (κατάκοιτη πλέον) άρχισε να μας λέει ότι είχαν κρυμμένες λίρες στο ίδιο σημείο. Ποιος ξέρει; Ίσως μαζί με το βιός τους να άφησαν πίσω και χρυσό.

Πόσος αγώνας, πόση προσπάθεια για να επιβιώσουν, για να προχωρήσουν στη ζωή τους… Ας είναι αυτή η ανάρτηση μνημόσυνο για τις ψυχούλες τους…

Α-Β Παγκόσμιοι πόλεμο Ανταλλαγή πληθυσμών – Μικρασιατική καταστροφή Αστεία περιστατικά Διάφορα Εμφύλιος Κύπρος Μακεδονικός Αγώνας Μετανάστευση Οθωμανική περίοδος Οπτικοακουστικό υλικό Πριν την αστικοποίηση Σύγχρονη ιστορία Φωτογραφικό αρχείο Χάρτες Χωρίς κατηγορία

About asimantiellada

Ιστορίες & αφηγήσεις από το παρελθόν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: